Αν είχε κάμερες στημένες σε κάθε γωνιά, σε κάθε πάρκο της πόλης, κάποιος από το Google Earth θα μπορούσε να δει δυο παλτά -ένα λευκό, ένα μαύρο- να κόβουν βόλτες περπατώντας σίρριζα αλλά όχι χέρι χέρι, ανοιγοκλείνοντας διαρκώς το στόμα. Θα φανταζόταν ίσως ότι είχαν κάποιου είδους κουβέντα, αν τα παλτά δε στροβιλίζονταν άξαφνα, κατά προτίμηση εναλλάξ, το καθένα μόνο του, κάνοντας μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον εαυτό του. Τα παλτά συνέχιζαν το δρόμο τους τυλιγμένα στη μελωδία μιας μπάντας, μιας μπάντας που έπαιζε στην άκρη του δρόμου, αν και κανείς δε μπορούσε να τη δει παρά μόνο τα ίδια.

 

Το πρώτο βράδυ ήθελε μόνο μια αγκαλιά από σένα. Φορούσες γαλάζιο φόρεμα, είχατε βρεθεί στο πάρτι, ήσουνα με παρέα αλλά φυσικά την παρέα την έχασες, την ξέχασες μόλις σου μίλησε το αγόρι. Ήρθε από πίσω σου αθόρυβα πάνω στο Beggin του Frankie Valli και μίλησε στο αυτί σου. Γύρισες και μιλούσατε μέχρι το πρωί από κει και πέρα. Ένα κορίτσι με ριγέ φόρεμα, σγουρά μαλλιά/ ένα αγόρι με ριγέ πουκάμισο, φράντζα, όρθιοι στο επίκεντρο των μπουκωμένων ηχείων. Divine Comedy, Kurt Weill, Henry Miller. Τα σημάδια έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο, αλλά δεν ήταν αυτό που κολλούσε τις φάτσες σας μύτη με μύτη. Όταν σε πήγε σπίτι σου το πρωί ήθελε μόνο μια αγκαλιά, η αγκαλιά ήταν αρκετή για σένα, αρκετή για να τον σκέφτεσαι μέχρι το επόμενο βράδυ. Και πάλι, στο κλείσιμο ήθελε μόνο μια αγκαλιά και σε αποχαιρέτησε σφίγγοντάς σε μ’ αυτόν τον λοξό, επιτηδευμένο κι όμως δικό του τρόπο και φυσικά πάλι λέγοντας, ‘Γεια σου κορίτσι’.

Σε λέει ‘κορίτσι’. Ξέρεις ότι είσαι γυναίκα αλλά μπορεί, ξέρω ‘γω, και να ‘σαι κορίτσι. Αν υπολογίσεις τον τρόπο σου, τα φορέματά σου, την παιδική χροιά της φωνής, τις γκριμάτσες.

Για να φιληθείτε πρέπει να περάσουν μέρες.

Αφού τραγουδήσετε σ’ όλα τα κακοφωτισμένα στενά το ίδιο τραγούδι, ώσπου να φωνάξει μία, με νυχτικιά, πανευτυχής ‘μας κάνουν καντάδα’, φτάνετε σε ένα πάρκο: δύο παλτά –ένα λευκό, ένα μαύρο- δύο μπίρες, και μια μακριά σκιά που παράγει ντουμάνια καπνού στο βάθος. Σκαρφαλώνετε στο σπιτάκι με την τσουλήθρα και αράζετε απέναντι -παπούτσια σόλα με σόλα- χωρίς να λέτε πολλά, χωρίς να χρειάζεται να λέτε. Αυτός αφουγκράζεται συστηματικά ότι ήχο παράγεις: τα γουργουρητά στο στομάχι σου, τις αυξομειώσεις της ανάσας. Τραγουδάτε στο ρηπήτ το Where is my Mind των Pixies και η σκιά από κάτω δεν το σχολιάζει. Τα νοτισμένα σανίδια είναι βαλμένα αραιά, χωράει το τενεκεδένιο κουτάκι, όταν λοιπόν πέφτει καταλάθος η μπίρα του -από υψόμετρο ενάμισι μέτρου- της κάνετε ένα μνημόσυνο. Όταν αυτοκτονεί και η δική σου προσπαθείτε να μαντέψετε το μέλλον από τη θέση που έχουν πάρει οι αδικοχαμένες, σχεδόν παράλληλες μπίρες στην υγρή άμμο- η μία φαίνεται ήσυχη, η άλλη στραβωμένη.

Είναι το πιο κινηματογραφικό φιλί όταν σηκώνεστε όρθιοι και τραγουδάτε, και σε παίρνει αγκαλιά και σε αφουγκράζεται και σε μυρίζει σα σκύλος και καθώς τραγουδάτε φιλιόσαστε, ή έστω φιλιόσαστε όταν δεν τραγουδάτε, και τραγουδάτε όλο και λιγότερο γιατί τα χείλια σας πια κλειδώνουν- πάνω από αναθυμιάσεις χασισιού, κάτω από ένα δέντρο, μέσα σε ένα παρκόσπιτο που δε μπορεί να σε προφυλάξει από την υγρασία, δε μπορεί να σε προφυλάξει από το κρύο και σίγουρα όχι από αυτό το φιλί που καλπάζει. Ούτε από αυτά τα χέρια που χαϊδεύουν τόσο: ούτε πιο αργά, ούτε πιο βαριά, ακριβώς τόσο όσο. Τα χέρια σε καθηλώνουν παρότι χαϊδεύουν μόνο τα χέρια σου για την ώρα. Δε φανταζόσουνα ότι υπάρχουν τέτοια χέρια.

Εκείνος λέει ότι το φιλί σου είναι ακριβώς. Ούτε πολύ λαίμαργο, ούτε αδιάφορο, ούτε πολύ ελαφρύ, είναι ‘πολύ εντάξει για κείνον’. Η μυρωδιά σου επίσης είναι πολύ εντάξει για κείνον, και έχει να πει και για το δέρμα σου που έλκει το χέρι του σα μωρουδιακό δέρμα.

Παραμυθιάζεσαι κανονικά μ’ αυτό το αγόρι που δεν έχει πλάτες, ευρύ στέρνο ή φοβερά μπράτσα, δεν έχει τον σωματότυπο που συνήθως, που χωρίς εξαίρεση γουστάρεις. Μπορείς, νομίζεις, να σε φανταστείς να τον σκέφτεσαι μέρα νύχτα.

Και τότε ανακοινώνει, σαν προφήτης ή σα μάγος της φυλής, λέει λοιπόν ψιθυριστά ξαφνιάζοντάς σε, «Νομίζω ότι εσύ φοβάσαι περισσότερο από μένα».